Η Εξέλιξη του Χωριού από το 1517 έως το 1800

Ελεύθερη Απόδοση στα Νέα Ελληνικά:

Ο Άγιος Λαυρέντιος εμφανίζεται ως ανεξάρτητη κοινότητα μόλις το 1517, καθώς προηγουμένως διοικούνταν, όπως και όλα τα χωριά, από τον εκάστοτε ηγούμενο της Μονής. Το συμβούλιο της Μονής διόριζε έναν αντιπρόσωπο, τον λεγόμενο βεκίλη, για να εκπροσωπεί την κοινότητα ενώπιον των διαφόρων αρχών του κράτους.

Η κωμόπολη, που βρισκόταν γύρω από τη Μονή, επεκτάθηκε βαθμιαία και λίγο λίγο και πέρα από το ρέμα προς τα βόρεια. Με την πάροδο του χρόνου, από καλογερικό μετόχι, αυξήθηκε σε πληθυσμό χάρη στους εργάτες που έρχονταν από τα γύρω μέρη για καλλιέργεια και έγινε ανεξάρτητη κοινότητα. Το 1559 χαράχθηκε και ιδιαίτερη σφραγίδα, η οποία έφερε την ακόλουθη επιγραφή:
«Σφραγης τις Μονης και χωρας του Αγιου ιερ. ΑΚ. Λαβρεντηου ΖΞΖ», δηλαδή: «Σφραγίδα της Μονής και της χώρας του ιερομάρτυρα αρχιδιακόνου Λαυρεντίου, έτος 7067 από τον Αδάμ και 1559 από τον Χριστό». (23)

Ωστόσο, από το 1559 έως τα τέλη του 17ου αιώνα, το χωριό ήταν ασήμαντο και αριθμούσε 103 σπίτια. Όταν ξέσπασε επιδημία πανώλης, απέμειναν 43 οικογένειες, τις οποίες συντηρούσε η Μονή. Ηγούμενός της ήταν ο λόγιος Δοσίθεος Α΄, τον οποίο διαδέχθηκε το 1819 ο υποτακτικός του, Δοσίθεος Β΄, ο αποκαλούμενος «φιλόσοφος». Από αυτόν ιδρύθηκε στη Μονή και Φιλοσοφική Σχολή. (24)

Όταν όμως, στις αρχές του 18ου αιώνα, ο Μανιάτης Λυμ-Γερακάρης, μαζί με τους αρματολούς της Στερεάς Ελλάδας, διέτρεξε τη Φθιώτιδα και την Ευρυτανία, ήρθε στην Ήπειρο και λεηλάτησε απάνθρωπα την Άρτα, στις 27 Αυγούστου 1696, πολλοί Αγραφιώτες, φοβισμένοι, κατέφυγαν στη Μακρινίτσα, θεωρώντας την ασφαλέστατη. Επειδή όμως δεν μπορούσαν να ζήσουν όλοι εκεί, οι Μακρινιτσιώτες τούς οδήγησαν στον Άγιο Λαυρέντιο, όπου εγκαταστάθηκαν, επειδή ήταν βακουφικό χωριό και είχε προεστούς φρονιμότερους από εκείνους των άλλων βακουφίων. Όπως εξιστορεί και ο διαπρεπής Κωνσταντάς στη «Γεωγραφία» του, στη σελίδα 226:
«Ζουν οι Αγιολαυρεντίτες σχεδόν όλοι καλά. Οι προεστοί του τόπου είναι φρονιμότεροι από εκείνους των άλλων χωριών, επειδή, μολονότι δεν ταξιδεύουν, διοικούν καλά τον τόπο τους και δεν τον έχουν επιβαρύνει με κοινό χρέος, όπως οι άλλοι στα περισσότερα χωριά».

Γι’ αυτόν τον λόγο οι πρόσφυγες έρχονταν και έμεναν στον Άγιο Λαυρέντιο.

Τότε οι Αγιολαυρεντίτες αναγκάστηκαν να ανεγείρουν μεγαλύτερη εκκλησία και, γύρω στο 1730, ανοικοδόμησαν τον μικρό ναό του Αγίου Δημητρίου. Το ότι ο ναός του Αγίου Δημητρίου ήταν πολύ μικρός αποδεικνύεται από το τέμπλο του, το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα στον ναό του Αγίου Αθανασίου. Το τέμπλο είναι ενσωματωμένο εκεί, επειδή ήταν μικρότερο ακόμη και για τον ναό του Αγίου Αθανασίου, ο οποίος ανεγέρθηκε το 1777.

Το 1770, όταν ο ρωσικός στόλος αγκυροβόλησε στο λιμάνι του Οιτύλου και επαναστάτησαν η Πελοπόννησος και η Στερεά Ελλάδα, δέκα χιλιάδες Θεσσαλοί προχώρησαν σε επαναστατικές ενέργειες. Εγκαταλείφθηκαν όμως από τους Ρώσους, ηττήθηκαν στο Αγγελόκαστρο και διασκορπίστηκαν. Τότε πολλοί φιλήσυχοι κάτοικοι έφυγαν από τη Θεσσαλία, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στα χωριά του Βόλου και ιδίως στον Άγιο Λαυρέντιο.

Παρομοίως, κατά τη σφαγή των τριών χιλιάδων Τρικκαίων στη Λάρισα, στις 9 Μαρτίου 1770 —Κούμας, τόμος 10, σελίδα 583—, πολλοί κατέφυγαν και πάλι στα χωριά του Βόλου.

Την ίδια εποχή εγκαταστάθηκαν και οι οικογένειες των Κυριαζίων και των Γουσίων, οι οποίες κατάγονταν από το Ζήρκο. (25)

Ο αριθμός των οικογενειών αυξήθηκε επίσης εξαιτίας του διωγμού των προκρίτων και των λογίων Ηπειρωτών, Θεσσαλών, Δολόπων —Αγραφιωτών—, Στερεοελλαδιτών, καθώς και κατοίκων άλλων επαρχιών, της Όθρυος, του Δωτίου και της Πιερίας, από τον Αλή Πασά και τους θηριωδέστατους γιους του, τον Μουχτάρ και τον Βελή, τους άθλιους πασάδες. Οι διωκόμενοι αυτοί, χάρη στο άσυλο που παρείχε το όρος Πήλιο της Μαγνησίας, κατέφυγαν στα χωριά που βρίσκονταν υπό την προστασία της βασιλομήτορος, της Βαλιδέ Σουλτάνας.

Πράγματι, ενώ μέχρι το 1800 τα σπίτια ήταν 103, έως το 1854 αυξήθηκαν σε 350. Τότε εφαρμόστηκε το Χατ-Χουμαγιούν, το «Αυτονομιακό Σύνταγμα», το οποίο αναγνώριζε τους δημογέροντες ως νομικά πρόσωπα. Αυτοί ήταν, σύμφωνα με τον νόμο, άρχοντες υπεύθυνοι τόσο για την είσπραξη των κάθε είδους και ποικίλων φόρων όσο και για τα πολιτικά παραπτώματα και τις πολιτειακές ανωμαλίες. Οι δημογέροντες διόριζαν τους οροφύλακες, δηλαδή τους δερβεναγάδες, ενώ οι δημογεροντίες όλων των κοινοτήτων των αυτοδιοικούμενων κωμοπόλεων του Πηλίου και της Όσσας καθόριζαν συλλογικά τους στρατιωτικούς σωματάρχες. Οι τελευταίοι αναγνωρίζονταν με κληρονομικό δικαίωμα από τη βασιλομήτορα, τη Βαλιδέ Σουλτάνα, έως το 1866, οπότε καταργήθηκαν τα προνόμια της αυτοδιοίκησης και της ασυλίας.

Έτσι και η κωμόπολη του Αγίου Λαυρεντίου διοικούνταν αυτόνομα από το 1517 και μάλιστα με ιδιαίτερα προνόμια, επειδή ήταν βακουφική και υπαγόταν στο Εφκάφιο, δηλαδή στο Υπουργείο Θρησκευμάτων. Η υπηρεσία αυτή διόριζε έως το 1790 έναν κληρικό διοικητή, ο οποίος ονομαζόταν βοεβόδας. Πρώτος λαϊκός υπάλληλος της υπηρεσίας διορίστηκε ως βοεβόδας ο Σουκρή Πασάς, με έδρα τη Μακρινίτσα. Όταν, εξαιτίας της διαμάχης μεταξύ των παρατάξεων και των προεστών της Μακρινίτσας, οι προεστοί αποφάσισαν να μεταφέρουν το Διοικητήριο σε ένα μικρό χωριό, επέλεξαν το Καραμπάσι. Επειδή όμως στο Καραμπάσι δεν υπήρχε κατάλληλο κτίριο για Διοικητήριο, αυτό μεταφέρθηκε το 1839 στον Άγιο Λαυρέντιο, όπου οικοδόμησαν μεγαλοπρεπές κτίριο σε βάρος των κατοίκων. Στα τέλη όμως του 1839 μεταφέρθηκε και πάλι στο Καραμπάσι, όπου παρέμεινε έως το 1840. Τότε καταργήθηκε η προστασία της Βαλιντέ Σουλτάνας και έκτοτε η κωμόπολη υπήχθη στη διοίκηση του καϊμακάμη του Βόλου.

Τη διοίκηση ασκούσαν επίσης οι πρόκριτοι κατά αριστοκρατικό τρόπο και με ευλάβεια, και ιδίως οι μυημένοι λόγιοι άρχοντες που είχαν έρθει από τη Μολδοβλαχία: Βογιάρης, Κώττος Αγγελής, Ντουμάνης Δημήτριος, Καμινάρης Νικόλαος, Ζήσης Θεοδοσιάδης Παχάρνικος και Νικόλαος Αγάς. Αυτοί οργάνωσαν με κάθε τρόπο τον λαό για επανάσταση κατά της τυραννίας. Ανάμεσά τους πρωτοστατούσε ο αρχιερέας Δοσίθεος Κουτσογιάννης, ο οποίος προήδρευε στις συσκέψεις. (26)


Σωκράτης Βαμβάκος
Ιστορικός – Λαογράφος
(1891 – 1972)

Πρωτότυπο Κείμενο:

Ὁ Ἅγιος Λαυρέντιος ὡς κοινότης ἀνεξάρτητος ἀναφαίνεται μόλις κατὰ τὸ ἔτος 1517 καθόσον πρότερον διεκυβερνᾶτο (ὡς καὶ ἅπαντα τὰ χωρία) ὑπὸ τοῦ ἑκάστοτε ἡγουμένου τῆς Μονῆς τῆς ὁποίας τὸ συμβούλιον διώριζεν ἀντιπρόσωπον ὀνομαζόμενον Βεκίλην, νὰ παρίσταται εἰς τὰς διαφόρους τοῦ κράτους ἀρχάς.

Ἡ κωμόπολις κειμένη πέριξ τῆς Μονῆς ἐπεξετάθη βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον καὶ πέραν τοῦ ρεύματος πρὸς Β. καὶ σὺν τῷ χρόνῳ ἀπὸ καλογηρικὸν Μετόχιον ἐπληθύνθη διὰ τῶν προσερχομένων ἐκ τῶν πέριξ ἐργατῶν πρὸς καλλιέργειαν καὶ κατέστη ἀνεξάρτητος χώρα χαραχθείσης καὶ ἰδιαιτέρας σφραγῖδος κατὰ τὸ ἔτος 1559 ἐχούσης οὕτω:
«Σφραγης τις Μονης και χωρας του Αγιου ιερ. ΑΚ. Λαβρεντηου ΖΞΖ» ἤτοι «Σφραγὶς τῆς Μονῆς καὶ χώρας τοῦ ἱερομάρτυρος Ἀρχιδιακόνου Λαυρεντίου 7067 ἀπὸ Ἀδάμ, ἀπὸ δὲ χριστοῦ 1559». (23)

Ἀλλὰ ἀπὸ τὸ 1559 μέχρι τέλους τοῦ ΙΖ΄ αἰῶνος τὸ χωρίον ἦτο ἀσήμαντον, ἠρίθμει οἰκίας 103, ὅτε ἐνσκηψάσης πανώλους, ἠραιώθησαν αὗται εἰς 43 οἰκογενείας διατρεφομένας ὑπὸ τῆς Μονῆς, ἧς Ἡγούμενος ἦτο ὁ ἐλλόγιμος Δοσίθεος ὁ Α΄ ὃν διεδέχθη τὸ ἔτος 1819 ὁ ὑποτακτικὸς Δοσίθεος ὁ Β΄. ὁ φιλόσοφος καλούμενος, ὑφ’ οὗτινος ἱδρύθη ἐν τῇ Μονῇ καὶ Σχολὴ Φιλοσοφική. (24)

Ὅτε ὅμως κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ΙΗ΄. αἰῶνος ὁ Μανιάτης Λυμ-Γερακάρης μετὰ τῶν ἀρματωλῶν τῆς Στερεᾶς διέδραμε τὴν Φθιώτιδα καὶ Εὐρυτανίαν καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ ἐλεηλάτησεν ἀπανθρώπως τὴν Ἄρταν (1696 Αὐγούστου 27) τότε οἱ Ἀγραφιῶται φοβηθέντες κατέφυγον πολλοὶ εἰς τὴν Μακρυνίτσαν θεωροῦντες αὐτὴν ἀσφαλεστάτην, μὴ δυνάμενοι δὲ νὰ ζήσωσιν ὅλοι ἐκεῖ καὶ ὁδηγηθέντες ὑπὸ τῶν Μακρυνιτσιωτῶν ἦλθαν καὶ κατῴκησαν εἰς Ἅγιον Λαυρέντιον ὡς χώραν βακούφιον καὶ ὡς ἔχον προεστούς φρονιμωτέρους τῶν ἄλλων βακουφίων, καθὰ καὶ ὁ πολὺς Κωνσταντᾶς ἐξιστορεῖ ἐν τῇ Γεωγραφίᾳ του (σελ. 226) «ζοῦν (οἱ Ἁγιολαυρεντίται) ὅλοι σχεδὸν καλά, οἱ προεστοί της εἶναι φρονιμώτεροι τῶν ἄλλων χωρίων, ἐπειδὴ μ’ ὅλον ὅπου δὲν ταξειδεύονται διοικοῦν τὴν χώραν τους καλὰ καὶ δὲν τὴν ἔχουν εἰς χρέος κοινὸν βαλμένην καθὼς οἱ ἄλλοι τῶν περισσοτέρων χωρίων». Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον οἱ πρόσφυγες ἤρχοντο καὶ ἔμενον εἰς Ἅγιον Λαυρέντιον.

Τότε οἱ Ἁγιολαυρεντῖται ἠναγκάσθησαν νὰ ἀνεγείρωσιν εὐρυτέραν ἐκκλησίαν καὶ ἀνωκοδόμησαν κατὰ τὸ 1730 τὸν μικρὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Δημητρίου· ὅτι δὲ ἦτο πολὺ μικρὸς ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Δημητρίου δεικνύει τὸ τέμπλον τὸ ὁποῖον σώζεται μέχρι σήμερον εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐμβαλωμένον διότι καὶ διὰ τὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ἦτο μικρότερον, ὅστις ναὸς ἀνηγέρθη τὸ 1777.

Κατὰ τὸ 1770 καθ’ ἣν ἐποχὴν ἠγκυροβόλησεν ὁ Ρωσσικὸς στόλος ἐν τῷ λιμένι τῆς Οἰτύλου, καὶ ἐπανεστάτησαν ἡ Πελοπόνησος καὶ ἡ Στερεὰ Ἑλλάς, δέκα χιλιάδες Θεσσαλῶν προέβησαν εἰς ἐπαναστατικὰς ἐνεργείας, ἐγκαταλειφθέντες ὅμως ὑπὸ τῶν Ρώσσων ἐνικήθησαν ἐν Ἀγγελοκάστρῳ καὶ διεσκορπίσθησαν· τότε πολλοὶ φιλήσυχοι, ἀνεχώρησαν ἐκ τῆς Θεσσαλίας καὶ ἦλθον καὶ κατῴκησαν εἰς τὰ χωρία Βόλου καὶ ἰδίως εἰς Ἅγιον Λαυρέντιον.

Ὁμοίως κατὰ τὴν σφαγὴν τῶν 3 χιλιάδων Τρικκέων ἐν Λαρίσσῃ τὴν 9 Μαρτίου τοῦ 1770 (Κούμας Τ. 10 σελ. 583), πολλοὶ κατέφυγον καὶ πάλιν εἰς τὰ χωρία τοῦ Βόλου.

Κατ’ αὐτὴν δὲ τὴν ἐποχὴν ἐγκατεστάθησαν καὶ αἱ οἰκογένειαι τῶν Κυριαζίων καὶ Γουσίων καταγόμεναι ἐκ Ζήρκου (25).

Αἱ οἰκογένειαι ὡσαύτως ἐπληθύνθησαν καὶ ἕνεκα τοῦ καταδιωγμοῦ τῶν προκρίτων καὶ ἐπαϊόντων Ἠπειρωτῶν, Θεσσαλῶν, Δολόπων (Ἀγραφιωτῶν), Στερεολλαδιτῶν καὶ ἄλλων Ἐπαρχιῶν Ὄρθυος, Δωτίου καὶ Πιερείας ὑπὸ τοῦ Ἀλῆ Πασσᾶ καὶ τῶν θηριωδεστάτων υἱῶν του Μουχτὰρ καὶ Βελῆ οἰκτρῶν Πασσάδων, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τοῦ ἀσύλου τοῦ Πηλίου ὄρους (Μαγνησίας) κατέφυγον εἰς τὰ ὑπὸ τῆς (Βαλιδὲς Σουλτάνας) βασιλομήτορος προστατευόμενα χωρία.

Καὶ ὄντως ἀπὸ 103 ὅπου ἦσαν μέχρι τοῦ 1800 αἱ οἰκίαι, ἀνῆλθον εἰς 350 ἄχρι τοῦ ἔτους 1854, ὅτε ἐφηρμόσθη τὸ (Χατ-Χουμαγιοῦ) Αὐτονομιακὸν Σύνταγμα, ὅπερ ὡς νομικὰ πρόσωπα ἀνεγνώριζε τοὺς Δημογέροντας, οἱ ὁποῖοι ἦσαν Νόμῳ Ἄρχοντες ὑπεύθυνοι διά τε τὰς εἰσπράξεις τῶν παντοίων καὶ ποικίλων φόρων, τῶν πολιτικῶν ἁμαρτημάτων καὶ τῶν πολιτειακῶν ἀνωμαλιῶν, οἱ Δημογεροντάδες διώριζον τοὺς ὁροφύλακας (Δερβεναγάδας) καὶ συνολικῶς, ἁπασῶν τῶν κοινοτήτων αἱ Δημογεροντίαι τῶν αὐτοδιοικουμένων κωμοπόλεων Πηλίου καὶ Ὄσσης, καθώριζον τοὺς στρατιωτικοὺς σωματάρχας οἵτινες ἦσαν κληρονομικῷ δικαίῳ ἀναγνωρισμένοι ὑπὸ τῆς (Βαλιδὲς Σουλτάνας) Βασιλομήτορος, μέχρι τοῦ 1866, ἀφ’ ὅτου τὰ τῆς αὐτοδιοικήσεως προνόμια καὶ τῆς ἀσυλίας κατηργήθησαν.

Οὕτω καὶ ἡ κωμόπολις Ἅγιος Λαυρέντιος ἐδιοικεῖτο αὐτονομιακῶς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1517 καὶ μάλιστα προνομιακῶς καθὸ βακουφιακὴ ὑποκειμένη εἰς τὸ Ἐφκάφιον (ὑπουργεῖον τῶν Θρησκευμάτων) ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὁποίου διώριζεν ἱερωμένον διοικητὴν μέχρι τοῦ 1790 Βοεβόδα καλούμενον. Τῆς ὑπηρεσίας ταύτης ὑπάλληλος λαϊκός, πρῶτος διωρίσθη ὁ Σουκρῆ Πασσᾶς Βοεβόδας, ἕδρα τοῦ ὁποίου ἦτο ἡ Μακρυνίτσα, ὁπότε ἕνεκα ἔριδος τῶν κομμάτων καὶ τῶν προεστώτων τῆς Μακρυνίτσης ἀπεφάσισαν οἱ προεστοὶ νὰ μεταφέρωσι τὸ Διοικητήριον εἰς μικρὸν χωρίον, καὶ τοιοῦτον ἐξέλεξαν τὸ Καραμπάσιον ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰς Καραμπάσιον δὲν ὑπῆρχε κατάλληλον οἴκημα διὰ διοικητήριον μετεφέρθη εἰς Ἅγιον Λαυρέντιον τὸ 1839, ἔνθα οἰκοδόμησαν μεγαλοπρεπὲς οἴκημα πρὸς ζημίαν τῶν κατοίκων, κατὰ τὸ τέλος δὲ 1839 μετεφέρθη καὶ πάλιν εἰς Καραμπάσιον μέχρι τοῦ 1840 ὁπότε κατηργήθη ἡ προστασία τῆς Βαλιντὲ Σουλτάνας καὶ ἔκτοτε καὶ ἡ κωμόπολις ὑπήχθη εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Καϊμακάμη τοῦ Βόλου.

Διῴκουν ἐπίσης οἱ προύχοντες ἀριστοκρατικῶς μετ’ εὐλαβείας, καὶ μάλιστα οἱ κατελθόντες ἐκ Μολδοβλαχίας μεμυημένοι Ἄρχοντες Ἐλλόγιμοι, Βογιάρης, Κώττος Ἀγγελῆς, Ντουμάνης Δημήτριος, Καμινάρης Νικόλαος, Ζήσης Θεοδοσιάδης Παχάρνικος καὶ Νικόλαος Ἄγας, οἱ ὁποῖοι ὠργάνωσαν παντοιοτρόπως τὸν λαὸν πρὸς ἐπανάστασιν κατὰ τῆς τυραννίας ἐν’ οἷς ἐπρώτευεν ὁ Ἀρχιερεὺς Δοσίθεος Κουτσογιάννης, ὅστις προήδρευεν ἐν ταῖς συσκέψεσιν. (26)