Ελεύθερη Απόδοση στα Νέα Ελληνικά:
Αν ήταν σ’ αυτή την ειδική μελέτη για τα Παλιόκαστρα του Πηλίου να συμπεριλάβω και όλες τις πυργόμορφες κατασκευές των χρόνων της Τουρκοκρατίας, που, κατά κανόνα, λειτουργούσαν στα δίσεχτα εκείνα χρόνια ταυτόχρονα και παράλληλα και ως κατοικίες και ως μικρά οικογενειακά ερύματα, θα έπρεπε τούτη η δουλειά να τραβήξει σε μεγάλο μάκρος. Κι αυτό διότι είναι αρκετά τούτα τα φρουριακά χτίσματα (πύργοι και πυργόσπιτα) στα χωριά του Πηλίου, που αντέχουν ακόμα στις μπόρες των καιρών, αναπαλαιωμένα, κατεβασμένα, συνήθως κατά έναν όροφο, και με ριζικές, κατά κανόνα, άλλες αλλοιώσεις και μετατροπές στον αρχικό τους πυρήνα, ή που έχουν ήδη καταλήξει σε κατάσταση προχωρημένης ερείπωσης. Όπως λ.χ. (και το δείγμα μου αναφέρεται σε όλες αυτές τις περιπτώσεις) συμβαίνει με τους πύργους του Σκοτεινιώτη στην Κουκουράβα, του Κωνσταντινίδη και του Σισιλιάνου (παλιά Αξελών) στη Μακρινίτσα, του Φορούλη στον Άνω Βόλο, του Καραγιαννόπουλου (παλιά Σουλεϊμάν), του Λιβανού (παλιά Κοκοσλή) και του Ολύμπιου στα Άνω Λεχώνια, καθώς και τα πυργόσπιτα του Βεργή στο Ανήλιο, του Καρπέτη και του Τσουκνίδα στον Άνω Βόλο, του Γκλαβάνη, του Στέλλου και του Στεργίου στον Άγιο Λαυρέντιο, του Κάραφλου (παλιά Αναγνώστη) στον Άγιο Γεώργιο της Νηλείας κλπ.
Έτσι, λοιπόν, θα περιοριστώ στην παρουσίαση του πιο παλιού-σύμφωνα τουλάχιστον με τις υπάρχουσες ενδείξεις από τους οχυρούς πύργους που στέκονται όρθιοι στο Πήλιο, και που είναι ο μόνος που έχει τις ρίζες του (όπως τουλάχιστον δείχνουν κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά του) στον ύστερο Μεσαίωνα.
Ιστορική Αναδρομή
Τούτο, λοιπόν, το μοναδικό στο Πήλιο σε μορφή πύργου μεσαιωνικό μνημείο, βρίσκεται λίγο πιο πάνω από τη διασταύρωση του κεντρικού αυτοκινητόδρομου Βόλου-Λεχωνίων με την οδική παράκαμψη που οδηγεί στον Άγιο Λαυρέντιο, και δίπλα στο παλιό ξωκκλήσι του Αγίου Νικολάου, στη λιόφυτη περιοχή Τσιφλίκια (*1).
Πρόκειται για ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον μνημείο της πηλιορείτικης ιστορίας, που πιθανότατα χτίστηκε την περίοδο της Καταλανοκρατίας (1311-1423) ή το αργότερο της Βενετοκρατίας στην περιοχή των Λεχωνίων (1403-1470), όταν δηλαδή οι Βενετοί, βάσει ειδικών συνθηκών που είχαν συνάψει με τους Τούρκους, κατείχαν και διαφέντευαν μία εδαφική ζώνη 5 μιλίων στα Λεχώνια (*2).
Ωστόσο, κατά τον αρχιτέκτονα και μελετητή της πηλιορείτικης οικοδομίας Γιάννη Κίζη (*3), τούτος ο πύργος πρέπει να είναι βυζαντινός (*4) άρα προγενέστερος της αναφερόμενης παραπάνω περιόδου και μάλιστα μοναστηριακός (*5). Από τον ίδιο, όμως, ερευνητή δεν διευκρινίζεται, όταν περιγράφει τον πύργο και τον χαρακτηρίζει βυζαντινό και μοναστηριακό, σε ποια περίοδο του Βυζαντίου θα πρέπει αυτός να χτίστηκε κι ούτε σε ποιο από τα παλιά μοναστήρια του Αγίου Λαυρεντίου ανήκε (*6). Πάντως, το παρακείμενο ναΰδριο του Αγίου Νικολάου, στο οποίο θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως ανήκε παλιότερα τούτο το οχυρό, σύμφωνα τουλάχιστον με την πληροφορία που μας δίνει ο παλιός αγιολαυρεντίτης λόγιος Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης, δεν συμπεριλαμβάνεται στα δύο παλιά μοναστήρια του Αγίου Λαυρεντίου αλλά στα εφτά ξωκκλήσια του ίδιου χωριού (*7). Ο πεδινός, άλλωστε, χώρος, όπου είναι αυτό χτισμένο, δεν συνηγορεί στο να υποθέσει κανείς πως στα μεσαιωνικά χρόνια είχε «πρόγονο» τη Μονή του Αγίου Λαυρεντίου ή κάποιο άλλο από τα πολλά μοναστήρια του Πηλίου, τα οποία, όπως είναι γνωστό, ήταν όλα χτισμένα στα ψηλώματα και σε χώρους, κατά κανόνα, φύσει οχυρούς. Άλλωστε και η αρχιτεκτονική μορφή του συγκεκριμένου πύργου δεν προσιδιάζει, τουλάχιστον στο Πήλιο, με ανάλογα μοναστηριακά ερύματα. Βέβαια, κατά τη γνώμη του καθηγητή Παύλου Μυλωνά, το χτίσμα αυτό μοιάζει πολύ με τον πύργο της Μονής Καρακάλλου στο Άγιο Όρος, γεγονός που τον έπεισε κι αυτόν και την αρχιτέκτονα ερευνήτρια Ρέα Λεωνιδοπούλου – Στυλιανού να τον τοποθετήσουν χρονολογικά ανάμεσα στα 1550 και 1600 (*8).
Εικ. 1. Ο μεσαιωνικός πύργος του Αγίου Λαυρεντίου.
Ωστόσο και αυτά τα μορφολογικά στοιχεία του συγκεκριμένου πύργου, στα οποία θ’ αναφερθώ παρακάτω, αλλά κυρίως τα ίδια τα ιστορικά δεδομένα, δεν φαίνονται πως συνηγορούν σε μία τέτοια χρονολογική ένταξη. Στην περίοδο που τοποθετούν την κατασκευή του οι παραπάνω μελετητές, έχει περάσει τουλάχιστον ένας αιώνας από την οριστική κατάκτηση από τους Τούρκους της περιοχής των Λεχωνίων, όπου βέβαια γεωγραφικά εντάσσεται και τούτος ο πύργος (*9). Κι όπως είναι γνωστό, οι Τούρκοι, και στην περίπτωση ακόμα που δεν γκρέμισαν (όπως μαρτυρείται) (*10) όλα τα παλιά κάστρα και τις άλλες οχυρές κατασκευές του τόπου, πλην του Κάστρου του Βόλου που το επισκεύασαν κι εγκατέστησαν φρουρά, δεν κατασκεύασαν (τουλάχιστον στην αρχή της τουρκικής κατάκτησης) κανένα μικρό ή μεγάλο φρουριακό έρυμα, και μάλιστα αυτού του τύπου που αντιπροσωπεύει ο συγκεκριμένος πύργος.
Κι εδώ θα πρέπει να κάνω μία μικρή παρέκβαση για να σημειώσω ότι αυτού του τύπου οι πυργόμορφες κατασκευές, με τα ίδια ή παρόμοια ξενότροπα μορφολογικά χαρακτηριστικά, χτίστηκαν (όπως είδαμε και στην εισαγωγή της παρούσας μελέτης) από τους Καταλανούς ή τους Βενετούς προφανώς και στο Πήλιο όπως και αλλαχού στη χώρα μας αλλά και σε όλες σχεδόν τις μεσογειακές χώρες σε σαφώς προγενέστερες από την αναφερόμενη παραπάνω ιστορικές περιόδους. Τα ψηλά και τετράγωνα αυτά χτίσματα είναι γνωστά ως «πύργοι επισκοπήσεως» (torres de la marina) ή «σηματοφορικοί σταθμοί» ή και «πυρφόρες βίγλες», επειδή, ανεξάρτητα από τον γενικότερο αμυντικό τους χαρακτήρα και ρόλο, από το δώμα τους εκπέμπονταν, με φωτιά που άναβαν εκεί ειδικοί σηματοδότες φρουροί, φωτεινά και κωδικοποιημένα σήματα αναλαμπών τη νύχτα ή σχήματα καπνών τη μέρα, σαν μέσα επικοινωνίας με άλλους παρόμοιους πύργους κι ως ότου αυτά τα σήματα – μηνύματα, που είχαν βέβαια άμεση σχέση με σημαντικά γεγονότα που συνέβαιναν στη γύρω περιοχή, φτάσουν στον τελικό τους αποδέκτη (*11).
Βέβαια οι πύργοι αυτοί, για να έχουν ευρύ πεδίο επισκόπησης, ώστε να είναι σωστά παρατηρητήρια, χτίζονταν σε φύσει οχυρές και περίοπτες εξάρσεις του εδάφους, και κυρίως σε παράκτια σημεία που είχαν αυτές τις προδιαγραφές κι επιπλέον, και κατά κανόνα, βρίσκονταν μέσα ή πολύ κοντά σε χώρους οικισμών, έτσι ώστε να προειδοποιούν τους εκεί κατοίκους, με ηχητικά συνήθως μέσα, σε περίπτωση μιας εχθρικής επιδρομής. Μία τέτοια δυνατότητα είναι αλήθεια πως δεν την είχε σε απόλυτα ικανοποιητικό βαθμό ο συγκεκριμένος πύργος, επειδή στην ουσία ήταν χτισμένος σε πεδινό έδαφος. Το γεγονός, όμως, ότι ο συγκεκριμένος χώρος ήταν σχετικά, έστω, υπερυψωμένος σε σχέση με την γύρω πεδινή έκταση, σε συνάρτηση με το ικανό ύψος του πύργου, επέτρεπε στον τελευταίο να είναι περίβλεπτος και να «δεσπόζει από μακριά μέσα στον κάμπο» (*12). Πάντως η αλήθεια είναι ότι η θέση του δεν ήταν πολύ συνηθισμένη για πύργο επισκόπησης, απ’ αυτούς που κυρίως ήταν χτισμένοι στα χρόνια της Φραγκοκρατίας κι Ενετοκρατίας σε παράκτιες θέσεις του Πηλίου. Κι αυτό ίσως προβληματίζει κάπως τους ερευνητές αναφορικά με τη συνολική χρήση του. Όλα, όμως, τα υπόλοιπα μορφολογικά και αρχιτεκτονικά του στοιχεία δείχνουν τη δυτικότροπη προέλευσή του και συνηγορούν στη διαμόρφωση της άποψης πως έχουμε να κάνουμε μ’ ένα φεουδαλικό πύργο των χρόνων που διαφέντευαν στον τόπο οι ελληνοκαταλανοί χωροδεσπότες του οίκου των Μελισσηνών – Novel (1320-1423;) που είχαν ανακηρύξει την περιοχή των Λεχωνίων ως βαρωνία, ή (και το πιθανότερο) οι Βενετοί στους οποίους, όπως ήδη σημείωσα και παραπάνω, είχε παραχωρηθεί στα Λεχώνια η γνωστή εδαφική ζώνη των 5 μιλίων (1403-1470) (*13).
Βέβαια και οι επιφανείς και πλούσιοι Τούρκοι των Λεχωνίων είχαν διαμορφώσει αργότερα έναν τύπο κατοικίας με πυργόμορφη μορφή κι έντονο οχυρό χαρακτήρα (*14), όπως λ.χ. συμβαίνει με τον ερειπωμένο πια πύργο του Σουλεϊμάν και τους ακόμα όρθιους και σε λειτουργική χρήση πύργους του Κοκοσλή και του Ολύμπιου στα Άνω Λεχώνια, αυτά όμως τα χτίσματα και νεότερα είναι και έχουν εντελώς διαφορετική αρχιτεκτονική μορφολογία (*15), από εκείνη του συγκεκριμένου πύργου που απασχολεί την έρευνά μας.
Η άποψη, εξάλλου, πως ο αγιολαυρεντίτικος αυτός πύργος πρέπει να ανάγεται στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, ενισχύεται από το γεγονός ότι όλη η γύρω από αυτόν ευρύτερη περιοχή έχει έντονα τα σημάδια της λατινικής παρουσίας. Και τα σημάδια αυτά φαίνονται πρώτα-πρώτα στο παλιότερο σήμερα σωζόμενο στο Πήλιο μοναστήρι του Αγίου Λαυρεντίου, που η ίδρυσή του τοποθετείται στα μέσα του 12ου αιώνα, εποχή κατά την οποία ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μανουήλ Α ́ Κομνηνός (1143-1180) παραχωρεί εμπορικά προνόμια στους κατοίκους των ναυτικών ιταλικών πόλεων Πίζας, Γένοβας και Αμάλφι. Τότε, μαζί με τους εμπόρους αυτών των πόλεων, που δημιουργούν εμπορικές εποικίσεις και τα λεγόμενα εμπορεία στην πλούσια περιοχή και την αντίστοιχη ναυτική σκάλα των Λεχωνίων, καταφτάνουν και λατίνοι καλόγεροι, τάχα για να συνδράμουν τους ομοεθνείς τους στην επιτέλεση των θρησκευτικών τους καθηκόντων, αλλά στην πραγματικότητα να διαδώσουν τον Καθολικισμό ή να επιβάλουν την παπική εξουσία. Από εντειχισμένη, λοιπόν, λατινική επιγραφή (*16) στο καθολικό του μοναστηριού του Αγίου Λαυρεντίου, διαπιστώνεται πως αρχικοί ιδρυτές του ήταν βενεδικτίνοι αμαλφινοί καλόγεροι, από τους οποίους μάλιστα αφιερώθηκε τούτη η μονή στη μνήμη του προστάτη της πόλης τους Αποστόλου Ανδρέα (*17).
Εικ. 2. Ο πύργος του Αγίου Λαυρεντίου με το ξωκκλήσι του Αγ. Νικολάου σε πίνακα του Παντελή Μωραΐτη.
Είναι, λοιπόν, βέβαιο πως έχουμε, και μάλιστα γραπτά, σημάδια της παρουσίας Λατίνων στην ευρύτερη περιοχή. Κι αυτό, ίσως, ενισχύεται ακόμα περισσότερο κι από το γεγονός ότι, λίγα χιλιόμετρα παραπάνω από τη θέση που βρίσκεται τούτος ο πύργος, υπάρχει η τοποθεσία Σερβανάτες, που κι αυτή πρέπει να έχει λατινική προέλευση, ως προερχόμενη από τη λέξη servus, που σημαίνει δούλος (*18), κάτι που θα πρέπει επίσης να σημαίνει πως στην περιοχή αυτή έμεναν δουλοπάροικοι καλλιεργητές, πιθανότα των Λατίνων της περιοχής. Αλλά και μία άλλη τοποθεσία του Αγίου Λαυρεντίου πιθανόν να έχει σχέση με τους Λατίνους. Είναι ο Μακελλάρης (*19), τοπωνύμιο που (αν δεν προέρχεται από αντίστοιχη βυζαντινή λέξη, που σημαίνει χασάπης) θυμίζει το λατινικό macellarius, που σημαίνει αιμοχαρής (*20).
Αλλά και αυτή η ευρύτερη περιοχή των Λεχωνίων είναι ιστορικά διαπιστωμένο πως, ανεξάρτητα από τις εποικίσεις της από λατίνους εμπόρους, δόθηκε για κάποιο διάστημα στα μέσα του 13ου αιώνα (1259) από το Δεσπότη της Ηπείρου κι επικυρίαρχο της μείζονος περιοχής Δημητριάδας, Μιχαήλ Β ́ Άγγελο Δούκα Κομνηνό (1236-1271), ως προίκα στον φράγκο ηγεμόνα της Αχαΐας πρίγκιπα Γουλιέλμο Βιλλεαρδουίνο, για το γάμο του με την κόρη του Άννα (Agnes) Δούκαινα Κομνηνή (*21).
Ωστόσο δε νομίζω πως χρειάζεται να ψάξουμε στην ευρύτερη περιοχή του πύργου για ν’ ανακαλύψουμε ίχνη της λατινικής παρουσίας. Η ίδια η εξαιρετικά γόνιμη και πλούσια σε γεωργική παραγωγή τοποθεσία Τσιφλίκια, στο κέντρο περίπου της οποίας είναι χτισμένος ο πύργος, σύμφωνα με όλες τις παλιές μαρτυρίες εξουσιαζόταν, όπως σημειώνει και ο Κορδάτος, «από Λατίνους ή Βενετσιάνους στις παραμονές της τούρκικης κατάκτησης» (*22). Και βέβαια, πριν περάσει σαν τσιφλίκι στα χέρια κάποιου πλούσιου μπέη, το πιθανότερο είναι ν’ αποτελούσε ένα μικρό, έστω, φέουδο κάποιου επιφανούς Φράγκου ή Βενετού, από τον οποίο θα πρέπει να χτίστηκε και η συγκεκριμένη οχυρή κατασκευή, η οποία άλλωστε έτσι κι αλλιώς έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός φεουδαλικού μεσαιωνικού πύργου.
Φυσικά κι εφόσον δεν υπάρχουν επίσημες γραφτές μαρτυρίες, κάθε συμπέρασμα, όσο κι αν αυτό στηρίζεται σε ισχυρές ενδείξεις, δεν παύει να είναι παρακινδυνευμένο. Το ατύχημα και σ’ αυτή την περίπτωση είναι ότι δεν σώθηκε καμιά κτητορική επιγραφή, κάποιο οικόσημο ή ένα οποιοδήποτε άλλο διακριτικό, απ’ αυτά που συνηθιζόταν τότε να μπαίνουν σε παρόμοιες κατασκευές. Κι όμως κτητορική επιγραφή θα πρέπει να υπήρχε σ’ αυτό το χτίσμα στα παλιότερα χρόνια. Βρισκόταν «επί της θύρας (του πύργου) ολίγον προς το βόρειον» και ήταν μια «ενεπίγραφος ορθογώνιος πλαξ», που την πρόλαβε «βέβηλος χειρ (και) εξέλειψε τα γράμματα διά σφύρας» (*23).
Απ’ όλα, πάντως, αυτά που εκτέθηκαν παραπάνω βγαίνει, θαρρώ, σαν γενικό συμπέρασμα πως ο πύργος αυτός του Αγίου Λαυρεντίου θα πρέπει να είναι έργο του ύστερου Μεσαίωνα, με πιθανότερο ιδρυτή και κτήτορα ή κάποιο επιφανές μέλος του γνωστού ελληνοκαταλανικού οίκου των Μελισσηνών Novel χωροδεσποτών (*24), ή, όπως κυρίως επιμένει η τοπική παράδοση που την ασπάζεται και ο Εσφιγμενίτης (*25), τους Βενετούς, στους οποίους και κυρίως αποδίδεται η ανέγερση του μεγαλύτερου ποσοστού αυτού του είδους των οχυρών πύργων και στο Πήλιο.
Μορφολογικά και Αρχιτεκτονικά Στοιχεία
Καιρός, όμως, είναι, κι αφού διερευνήσαμε με τη βοήθεια των όποιων προσπελάσιμων πηγών το θολό και ξεθωριασμένο από τα πούσια των καιρών ιστορικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο εντάσσεται και τούτο το μνημείο της πηλιορείτικης ιστορίας, να ιδούμε από κοντά τα πιο χαρακτηριστικά μορφολογικά και αρχιτεκτονικά του στοιχεία όπως και όσο διατηρήθηκαν στο διάβα των αιώνων που συγκροτούν τη σημερινή του ταυτότητα.
Μία πρώτη, λοιπόν, ματιά μάς δίνει την εικόνα ενός πολύ βαριά πια βλαμμένου από τις σφυριές του χρόνου ξενότροπου, ψηλού έως 12 περίπου μέτρα και τετράγωνου (*26) πέτρινου οικοδομήματος, με μορφή καθαρά φρουριακή, που σήμερα τουλάχιστον (2002) αλλά και κάμποσα χρόνια πιο πριν, είναι σκεπασμένο σχεδόν ολοκληρωτικά από τον κισσό που το σφιχταγκαλιάζει ολούθε, λες και θέλει μ’ αυτόν τον ασφυκτικό εναγκαλισμό να το κρατήσει όρθιο.
Γεροχτισμένο από αργές ανισοδομημένες πέτρες, που στη βάση του είναι μεγαλύτερες ως και ογκώδεις, και με υλικό συνδέσμου πλούσιο κονίαμα από ασβέστη και θηραϊκή γη (πορτσελάνα), το πυργοειδές αυτό χτίσμα θα πρέπει να ολοκληρώθηκε σε μία φάση, καθώς, όπως σημειώνει ο βολιώτης μεσαιωνοδίφης Απ. Παπαθανασίου, «δεν παρατηρούνται μεταγενέστερες κατασκευαστικές ή επισκευαστικές προσθήκες ή τροποποιήσεις στο αρχικό αρχιτεκτονικό σχήμα» (*27). Το ίδιο, στη δόμηση των χοντρών τοίχων του, ενισχύεται με πυκνές ξυλοδεσιές (χατήλια ή σιδερώματα τις λένε στο Πήλιο) που ήταν κάποτε, πριν σαπίσουν κι εξαφανιστούν εντελώς, εμφανείς στο εσωτερικό της τοιχοποιίας αλλά κρυφές, πίσω από την όψη της λιθοδομής, στις εξωτερικές όψεις (*28).
Εικ. 3. Ο πύργος του Αγίου Λαυρεντίου όπως είναι σήμερα (2002).
Ωστόσο και παρά το γεγονός ότι οι τοίχοι έχουν πλάτος ένα περίπου μέτρο, τα ίδια είναι όλα πια ρηγματωμένα από πολλά και σχεδόν κατακόρυφα ραγίσματα, ενώ σε τέσσερα τουλάχιστον σημεία των τοίχων έχουν ανοιχτεί μεγάλες πληγές, που χαίνουν μέσα και κάτω από τον πυκνό και πράσινο ιστό του κισσού, που σφιχταγκαλιάζει το από καιρό ετοιμόρροπο κτίσμα.
Μοναδική δυνατότητα πρόσβασης-εισόδου στον πύργο παρέχεται από ένα μικρών σχετικά διαστάσεων άνοιγμα-πόρτα, που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του και σε ύψος 3 μ. από τη στάθμη του εδάφους (*29). Και βέβαια είναι φανερό πως η είσοδος (και έξοδος) στον πύργο θα πρέπει να γινόταν από μία κρεμαστή ξύλινη σκάλα-αιώρα, που εύκολα αποσυρόταν στο εσωτερικό του μετά από κάθε χρησιμοποίησή της (*30). Κι αυτή και μόνη η λεπτομέρεια της μορφολογίας του πύργου, είναι, θαρρώ, αρκετή για να πείσει πως το χτίσμα αυτό δεν πρέπει να χρησιμοποιούνταν ως κατοικία αλλά αποκλειστικά ως οχυρό, με συνήθεις, βέβαια, ενοίκους τους άντρες κάποιας περιστασιακής φρουράς. Άλλωστε ο πύργος, με το να είναι εσωτερικά πολύ λιτός στην όλη του διαρρύθμιση και αρματωσιά, «δεν παρέχει άνεση μόνιμης κατοικίας», για να ξαναθυμηθούμε τον Απ. Παπαθανασίου (*31).
Και μια κι ο λόγος για την διαρρύθμιση, να σημειώσω εδώ πως ο πύργος ήταν διώροφος αλλά τα δύο ξύλινα πατώματά του πάνε πολλά χρόνια που δεν υπάρχουν, σαπισμένα από τα αγριοκαίρια, τις βροχές και τα χιόνια που αιώνες τώρα έμπαιναν ανεμπόδιστα στο εσωτερικό του από τα δύο ολάνοιχτα και μοναδικά μικρά παράθυρά του (ένα στην ανατολική κι ένα στη δυτική πλευρά του) αλλά και τη μοναδική του πόρτα, ανοίγματα που φυσικά έχασαν πρώτα τα ξύλινα φύλλα που τα έκλειναν κάποτε ερμητικά. Κι εδώ θα πρέπει, επίσης, να προσθέσω πως στον τελευταίο όροφο του πύργου υπήρχαν και σώζονται κάποια ελάχιστα στοιχεία κατοικίας, και συγκεκριμένα ένα τζάκι και κάποιες εσοχές στους εσωτερικούς τοίχους (παραθύρες ή πουλίτσες τις λένε στο Πήλιο), που βέβαια παρείχαν υποτυπώδη λειτουργικότητα για χρήση των αντρών της φρουράς. Στον ίδιο, εξάλλου, όροφο υπήρχαν και τα δύο μοναδικά μικρά παράθυρα του πύργου, ενώ τα υπόλοιπα, επίσης μικρά ανοίγματα που υπήρχαν και σ’ αυτόν και στον πρώτο όροφο, δεν ήταν τίποτα άλλο από πολεμίστρες και μάλιστα τουφεκίστρες. Και μια κι ο λόγος γι’ αυτές τις αμυντικές θυρίδες, θα πρέπει, νομίζω, εδώ να σημειωθεί πως δεν είναι απαραίτητο αυτές να «ανοίχτηκαν στα μεταγενέστερα χρόνια», όπως υποθέτει ο Απ. Παπαθανασίου (*32). Αυτό δικαιολογείται να έγινε μόνο στην περίπτωση που ο πύργος χτίστηκε πριν από το 15ο αιώνα, όταν, δηλαδή, δεν υπήρχαν ακόμα πυροβόλα όπλα) από κάποιον ελληνοκαταλανό, κατά πάσαν πιθανότητα, φεουδάρχη. Αν, όμως, χτίστηκε αργότερα, στη διάρκεια που οι Βενετοί, βάσει των συνθηκών είχαν συνάψει με τους Τούρκους, διαφέντευαν την περιοχή των Λεχωνίων, μάλιστα περί τα μέσα του 15ου αιώνα, τότε τούτες οι τουφεκίστρες χτίστηκαν από την αρχή, διότι είχαν ήδη τεθεί σε πλατιά χρήση τα πυροβόλα όπλα.
Και για να ολοκληρώσω την εσωτερική επισκόπηση του πύργου, να σημειώσω ακόμα πως αυτός είχε εσωτερικά τρουλοειδές πέτρινο επιστέγασμα, στη βορειοανατολική γωνία του οποίου υπήρχε ένα μικρό άνοιγμα σαν γκλαβανή, το οποίο, βέβαια, επέτρεπε την έξοδο στο υπαίθριο δώμα (ένα είδος λιακωτού), που ήταν περιτριγυρισμένο και από τις τέσσερες πλευρές του με οδοντωτές επάλξεις, οι οποίες επαύξαναν την αμυντική θωράκιση του πύργου και τόνιζαν ακόμα περισσότερο τον αμυντικό του χαρακτήρα.
Αλλά μια και ο λόγος μου είναι στην αμυντική θωράκιση του πύργου, θα πρέπει να αναφέρω, επίσης, πως στην ανατολική πλευρά του πύργου και πάνω ακριβώς από το άνοιγμα της μοναδικής πόρτας υπήρχε, και σώζεται ακόμα, μία μικρή και ορθογώνια προβολή, στηριγμένη πάνω σε, επίσης πέτρινα, φουρούσια που σχημάτιζαν αψιδωτή βάση. Η κούφια εσωτερικά αυτή προεξοχή ήταν η γνωστή και αρκετά συνηθισμένη και στα μεταγενέστερα πυργόσπιτα – καταχύστρα ή ζεματίστρα η φόνισσα (*33), από την οποία οι φρουροί του πύργου καταιόνιζαν, συνήθως με καυτό λάδι, τους όποιους επιτιθέμενους προσπαθούσαν να παραβιάσουν τη μικρή πόρτα και να εισβάλουν στον πύργο.
Εξάλλου, στην ίδια πλευρά του πύργου, κι ανάμεσα στο άνοιγμα της εισόδου και στη ζεματίστρα, διακρίνεται μία ορθογώνια εσοχή με αψιδωτή επίστεψη, που είναι πολύ πιθανό να φιλοξενούσε την εικόνα του αγίου προστάτη του πύργου (*34) – ιδιαίτερα μάλιστα στην περίπτωση που ο πύργος ήταν μοναστηριακός (*35) – ή ακόμα και την μαρμάρινη, κατά κανόνα, παράσταση με το οικόσημο του φεουδάρχη ιδιοκτήτη του.
Επίμετρο
Το τελεσίγραφο του χρόνου είναι ανέκκλητο γι’ αυτό το μοναδικό μεσαιωνικό μνημείο του Πηλίου. Κι αυτό διότι, ενώ είναι πια κάτι περισσότερο από «έκδηλα τα σημεία αποσύνθεσης της τοιχοποιίας του», το ίδιο «εγκαταλείφτηκε στην τύχη του και στην αδυσώπητη φθορά του χρόνου» (*36).
Ωστόσο η αδυσώπητη αυτή φθορά του αγιολαυρεντίτικου πύργου δεν παρουσιάστηκε ξαφνικά τον τελευταίο καιρό. Ήταν, ήδη, γεγονός από έναν και πλέον αιώνα πριν. Κι αυτό διαπιστώνεται από σχετική επισήμανση του παλιού αγιολαυρεντίτη λόγιου Ζωσιμά Εσφιγμενίτη, ο οποίος είχε βρει τον πύργο ετοιμόρροπο από το 1887 (*37), γεγονός που σημαίνει πως είναι ένα σωστό θαύμα, που δεν ξέρω αν θα πρέπει να το αποδώσουμε στον προστάτη άγιο του πύργου, το πώς αυτός κρατιέται ακόμα όρθιος, χωρίς την παραμικρή αναστηλωτική βοήθεια κανενός.
Κι εδώ, βέβαια, προβάλλει ολοφάνερη η ευθύνη αλλά και η αβελτηρία της Πολιτείας, που, κι όταν ακόμα εδέησε πριν από κάμποσα χρόνια να χαρακτηρίσει ως διατηρητέο μνημείο τον πολύπαθο και μοναδικής ιστορικής αλλά και αρχιτεκτονικής σπουδαιότητας αυτόν πύργο, καταρτίζοντας μάλιστα πρόγραμμα εργασιών για τη στερέωσή του (*38), ουσιαστικά δεν άλλαξε στάση απέναντί του, εγκαταλείποντάς τον στην τύχη του και καταδικάζοντάς τον σε αργό θάνατο αλλά και στην ταπείνωση να φιλοξενεί στα στερνά του πολυτάραχου βίου του έναν αχυρώνα! Αχυρώνα που τον βρήκε στα 1887 και ο Ζ. Εσφιγμενίτης (*39) και που παραμένει μέχρι σήμερα στο ισόγειό του!
Και βέβαια εύλογο προβάλλει το ερώτημα: Τι είδους, τέλος πάντων, κι από ποιον είναι διατηρητέο ένα παμπάλαιο κτίσμα όταν σ’ αυτό δεν έχει μπει ποτέ, από τον καιρό που άρχισε για το ίδιο η αντίστροφη μέτρηση, ούτε ένα τσιβίκι, σε μία υποτυπώδη, έστω, προσπάθεια να παραταθεί η ζωή του, κι όταν το ίδιο λειτουργεί, και μετά τον χαρακτηρισμό του ως διατηρητέου, ως ένας κοινός αχυρώνας;
Ιδού, όπως σημείωνα πρόσφατα και σε σχετικό άρθρο μου (*40), το ερώτημα στο οποίο καλείται να δώσει (αν μπορεί) απάντηση η επίσημη Πολιτεία και τα εντεταλμένα όργανά της, που κυρίως βέβαια είναι η αρμόδια 7η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, καθώς επίσης και η Τοπική Αυτοδιοίκηση, μέσα από τον σχετικά νεοπαγή Δήμο Αρτέμιδας, στον οποίο επίσης περνάει τώρα η σκυτάλη σημαντικού μέρους της σχετικής ευθύνης.
Και μη μου αντιτείνουν τούτοι οι εντεταλμένοι και υπεύθυνοι φορείς της Πολιτείας ότι ψάχνω για ψύλλους στ’ …άχυρα.
1. Η εξαιρετικά γόνιμη αυτή περιοχή λέγεται από τους ντόπιους και Βροχιά, τοπωνύμιο το οποίο προφανώς προήλθε από παρετυμολογία του γνωστού κι από τον Ηρακλείδη (Δικαίαρχο) χείμαρο Βρύχωνα, στη δεξιά όχθη του οποίου κι εκτείνεται [βλ. Ηρακλείδης (Ψ-Δικαίαρχος), Πηλίου όρους αναγραφή, Β ́, 1-8· πρβ. Ν. Γεωργιάδης, Θεσσαλία, έκδοσις Β ́, εν Βόλω 1894, 119 Γ. Κορδάτος, Ιστορία της Επαρχίας Βόλου και Αγιάς, Αθήνα 1960, 413.43]. Η ίδια περιοχή είναι μέσα στα διοικητικά όρια της παλιάς Κοινότητας του Αγίου Λαυρεντίου, που από το 1998 αποτελεί διοικητικό διαμέρισμα του Δήμου Αρτέμιδας.
2. Βλ. Απ. Παπαθανασίου, Η Μαγνησία και το Πήλιο στον Ύστερο Μεσαίωνα (1204- 1423), Βόλος 1998, 502· πρβ. επιστολή του ιδίου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η Θεσσαλία του Βόλου (21.6.1991), με τον τίτλο « Ένα μεσαιωνικό μνημείο που καταρρέει, αλλά ποιος ενδιαφέρεται;», αλλά και άρθρο του στην ίδια εφημερίδα (27.2.2000), με τον τίτλο «Ένα μνημείο που καταρρέει».
3. Βλ. Γιάννης Κίζης, Πηλιορείτικη οικοδομία, Αθήνα 1994, 325.
4. Την υπόνοια του ερευνητή ότι ο πύργος είναι βυζαντινός ενίσχυσαν τα «ίχνη κεραμοπλαστικού διακόσμου» που διαπίστωσε σ’ αυτόν (ό.π.).
5. Την ίδια υπόθεση, πως δηλαδή «δεν αποκλείεται ο πύργος ν’ ανήκε σε μοναστήρι και να χρησίμευε τουλάχιστον αρχικά ως φυλακτήριο κάποιου μετοχίου», εκφράζει και η Ρέα Λεωνιδοπούλου – Στυλιανού, τεκμηριώνοντας αυτή την άποψη με το γεγονός ότι πάνω από το ανώφλι της εισόδου του πύργου υπάρχει τοξωτή εσοχή, «που δείχνει σαν να φιλοξενούσε κάποια εικόνα αγίου». Βλ. Ρέα Λεωνιδοπούλου-Στυλιανού, Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική-Πήλιο, Αθήνα 1987, 37, σημ. 246.
6. Ο ίδιος, πάντως, πύργος αναφέρεται ατεκμηρίωτα στο τέλος της ογκώδους μελέτης του Κίζη και στον κατάλογο «Αρχείου Κτιρίων» (ό.π., σ. 509) ως «Πύργος Μονής Αγίου Λαυρεντίου στα Κάτω Λεχώνια».
7. Βλ. Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης, Σημειώσεις εις τα εκ της Γεωγραφίας των Δημητριέων Μαγνητικά κατά σελίδας, Ημερολόγιον «Η Φήμη», εν Βώλω 1887, 142.
8. Βλ. Ρέα Λεωνιδοπούλου – Στυλιανού, ό.π., σ. 36-37 και σημ. 247. πρβ. Απ. Παπαθα νασίου, Η Μαγνησία και το Πήλιο…, σ. 501 – 502.
9. Η οριστική κατάκτηση του Πηλίου από τους Τούρκους έγινε στα 1423 από τον Τουραχάν μπέη. Λόγω, όμως, των ειδικών συνθηκών που ίσχυαν μεταξύ Τούρκων και Βενετών, αναφορικά με τη ζώνη των 5 μιλίων στην περιοχή των Λεχωνίων, της οποίας τον έλεγχο είχαν τότε οι Βενετοί, η ίδια περιοχή περιήλθε στην κατοχή των Τούρκων μερικές δεκαετίες αργότερα και συγκεκριμένα – αν η σχετική εκτίμηση του ιστορικού Νικολάου Γιαννόπουλου είναι σωστή στα 1470. Βλ. Ν. Γιαννόπουλος, Η επί του Πηλίου Μονή του Αγίου Λαυρεντίου, ΕΕΒΣ, 11 (Αθήναι 1935) 115, σημ. 3.
10. Δημήτριος Τσοποτός, Ιστορία του Βόλου, Βόλος 1991, 190.
11. Βλ. Απ. Παπαθανασίου, Η Μαγνησία και το Πήλιο…, σ. 502-503 πρβ. ο ίδιος, Ένα μεσαιωνικό μνημείο καταρρέει αλλά ποιος ενδιαφέρεται, ό.π.
12. Βλ. Ρέα Λεωνιδοπούλου – Στυλιανού, ό.π., σ. 36.
13. Βλ. Απ. Παπαθανασίου, Η Μαγνησία και το Πήλιο…, σ. 502.
14. Για τους έλληνες ραγιάδες της περιοχής, που δούλευαν ως κολίγοι στα περιβόλια και στους μπαξέδες των οθωμανών μόνιμων κατοίκων των Λεχωνίων, φυσικά δεν γίνεται λόγος, διότι δεν είχαν ούτε το δικαίωμα αλλά ούτε και τη δυνατότητα να χτίζουν τέτοιους οχυρούς πύργους στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
15. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη μορφολογία των πύργων αυτών, βλ. Ρέα Λεωνιδοπούλου-Στυλιανού, ό.π., σ. 36-39 και Γ. Κίζη, ό.π., σ. 339-344.
16. Η επιγραφή αυτή είναι χωρισμένη σε πολλά μικρότερα κομμάτια, από τα οποία λείπουν μερικά. Ενώνοντας τα κομμάτια αυτά σχηματίζεται το κείμενο «AD HONOREMSCI ANDREE APOSTOLI PECUNIA AMALFITANORUM», που σημαίνει «Στη μνήμη του Αγίου Ανδρέου του Αποστόλου, με χρήματα των Αμαλφινών».
17. Βλ. σχετικές πληροφορίες από τον Ν. Γιαννόπουλο στις βολιώτικες εφημερίδες Λαϊκή Φωνή (18.6.1934) και Νέα Ελλάς (4.3.1936), καθώς και στη μικρή μονογραφία του, Η επί του Πηλίου Μονή του Αγίου Λαυρεντίου, (ό.π., σ. 115-128). Βλ. ακόμα: Αθ. Παπαδόπουλος – Κεραμεύς, Σημειώσεις εξ Αγίου Λαυρεντίου, Επετηρίς του Παρνασσού (1901) 115 και εξής Δ. Α. Ζακυθηνός, Η λατινική επιγραφή Αγίου Λαυρεντίου, Ελληνικά, 9 (Θεσ/νίκη 1939) 29-31 Γ. Κορδάτος, ό.π., σ. 273. Απ. Παπαθανασίου, α) Το χρονικό του μοναστηριού του Αγίου Λαυρεντίου (Πηλίου), Βόλος 1977, 5-7 β) Οι Μελισσηνοί της Δημητριάδας, κτήτορες 1. Μονών, Αθήνα 1989, 28 και 94′ γ) Η Μαγνησία και το Πήλιο…, σ. 219-220 Μιχ. Χατζηγιάννης, Συμπληρωματικές παρατηρήσεις στο βυζαντινό ναό του Αγ. Λαυρεντίου στο Πήλιο, Θεσσαλικό Ημερολόγιο, 21 (Λάρισα 1992) 49-80.
18. Βλ. Κ. Λιάπης, Το Γλωσσικό ιδίωμα του Πηλίου, Βόλος 1996, 401.
19. Βλ. Σωκράτης Βαμβάκος, Ιστορία του χωρίου Άγιος Λαυρέντιος, Αθήναι 1927, 17. 20. Βλ. Γ. Κορδάτος, ό.π., σ. 273.
21. Βλ. Απ. Παπαθανασίου, α) Η Μαγνησία και το Πήλιο…, σ. 130 β) Οι Μελισσηνοί της Δημητριάδας…, σ. 40· πρβ. Δ. Τσοποτός, α) Γη και γεωργοί της Θεσσαλίας, Β ́ έκδοση, Αθήνα 1974, 16· β) Ιστορία του Βόλου, σ. 149. Βαγγέλης Σκουβαράς – Κίτσος Μακρής, Αρχαιολογικός και Τουριστικός Οδηγός Θεσσαλίας, Βόλος 1958, 133-134· Ιωάννης Πατρίκος, Τουριστικός Οδηγός Μαγνησίας, Βόλος 1971, 82· Παντελής Μωραΐτης, Τα Λεχώνια, ένας πηλιορείτικος παράδεισος, Μετέωρα, 26 (Τρίκαλα 1972) 37· Fr. Hild, λήμμα «Λεχώνια», στη μελέτη, «Η Βυζαντινή Θεσσαλία», του Θεσσαλικού Ημερολογίου, 12 (Λάρισα 1987) 69. J. Socolov, (μετ. Τ. Λεβέντη), Μεγάλοι και μικροί γαιοκτήμονες της Θεσσαλίας την εποχή των Παλαιολόγων, Θεσσαλικό Ημερολόγιο, 27 (Λάρισα 1995) 65.
22. Βλ. Γ. Κορδάτος, ό.π., σ. 274.
23. Βλ. Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης, ό.π., σ. 142-143.
24. Ο οίκος αυτός προέκυψε το 1320 από το γάμο του καταλανού πρωτομάστορα (αρχιστρατήγου) Odo De Novelles με την Άννα Μελισσηνή, αδελφή του τοπάρχη και «Κυρίου Δημητριάδος, Λικονίων και Καστρίου» Στέφανου Μελισσηνού – Γαβριηλόπουλου. (Βλ. σχετικά. Γ. Κορδάτος, ό.π., σ. 171-172. Απ. Παπαθανασίου, α) Οι Μελισσηνοί της Δημητριάδας…, σ. 52-53· β) Ο σεβαστοκράτορας Στέφανος Γαβριηλόπουλος. Μία κυρίαρχη μορφή της Μαγνησίας στον θεσσαλικό Μεσαίωνα του ΙΔ ́ αιώνα, Θεσσαλικό Ημερολόγιο, 25 (Λάρισα 1994) 50-51 γ) Η Μαγνησία και το Πήλιο…, σ. 180.
25. Βλ. Ζ. Εσφιγμενίτης, ό.π., σ. 142.
26. Για την ακρίβεια, η κάτοψή του είναι ορθογώνια, με διαστάσεις 5,60Χ5,90 μέτρα.
27. Βλ. Απ. Παπαθανασίου, Η Μαγνησία και το Πήλιο…, σ. 501.
28. Βλ. Γ. Κίζης, ό.π., σ. 326.
29. Παρόμοιο αλλά μεγαλύτερο, τουλάχιστον ως προς το ύψος του, υπερυψωμένο άνοιγμα-πόρτα, βλέπουμε και στο ρεπιασμένο πύργο του Σουλεϊμάν (σήμερα Καραγιαννόπουλου) στα Άνω Λεχώνια.
30. Βλ. Ρέα Λεωνιδοπούλου – Στυλιανού, ό.π., σ. 37, σημ. 244 Απ. Παπαθανασίου, Η Μαγνησία και το Πήλιο…, σ. 500. Στα νεότερα, πάντως, χρόνια, όπως με πληροφόρησε ο παλιός γείτονας του πύργου Παντελής Μωραΐτης, υπήρχε πέτρινη σκάλα που οδηγούσε από το έδαφος έως το άνοιγμα αυτό. Μία σκάλα που, προφανώς, προστέθηκε σε μεταγενέστερη ιστορική περίοδο και που σήμερα δεν υπάρχει ούτε το παραμικρό ίχνος της.
31. Βλ. Απ. Παπαθανασίου, Η Μαγνησία και το Πήλιο…, σ. 500.
32. Βλ. Απ. Παπαθανασίου, Η Μαγνησία και το Πήλιο…, σ. 501.
33. Βλ. Ευλαμπία Ιατρίδου, ΑΔ, 32 (Αθήναι 1977), Χρονικά, σ. 142.
34. Ο Απ. Παπαθανασίου (Ένα μεσαιωνικό μνημείο καταρρέει, αλλά ποιος ενδιαφέρεται, ό.π.) πιθανολογεί και την περίπτωση να τοποθετούνταν εκεί το αντίστοιχο άγαλμα του ίδιου αγίου, «πράγμα σύνηθες στις λατινικές κατασκευές» αυτού του είδους. Ωστόσο το βάθος της εσοχής δεν είναι τόσο που να χωράει εκεί ένα άγαλμα, ή έστω κάποιο αγαλμάτιο.
35. Ένα ανάλογο παράδειγμα αναφέρεται από τη Ρέα Λεωνιδοπούλου-Στυλιανού (ό.π.. σ. 37) κι αφορά στο βυζαντινό πύργο κοντά στην Όλυνθο, όπου «μία ορθογώνια βάθυνση με τοξωτό υπέρθυρο χρησίμευε για να φέρει την εικόνα του αγίου-προστάτη του πύργου, ο οποίος, κατά τον Α. Ορλάνδο, πρέπει να ανήκε στη Μονή Δοχειαρίου».
36. Η επισήμανση ανήκει στο βολιώτη ιστοριοδίφη Απ. Παπαθανασίου, που αγωνίζεται χρόνια τώρα, με τον τρόπο του, για την ανάδειξη αλλά και την προστασία των μνημείων της μαγνησιώτικης μεσαιωνικής ιστορίας, και ιδιαίτερα μάλιστα του συγκεκριμένου πύργου. Βλ. Απ. Παπαθανασίου, α) Ένα μεσαιωνικό μνημείο καταρρέει αλλά ποιος ενδιαφέρεται; ό.π., β) Ένα μνημείο καταρρέει, ό.π.
37. Βλ. Ζ. Εσφιγμενίτης, ό.π., σ. 142.
38. Έτσι τουλάχιστον μας διαβεβαιώνει στα 1977 η αρχαιολόγος Ευλ. Ιατρίδου (ό.π.). 39. Βλ. Ζ. Εσφιγμενίτης, ό.π., σ. 142.
40. Βλ. Κ. Λιάπης, Τα βάσανα ενός μεσαιωνικού πύργου, Η Θεσσαλία, φ. 20.2.2000.
Κώστας Λιάπης
Θεσσαλικό Ημερολόγιο – 2002
Η παρούσα μελέτη αποτελεί τμήμα μιας ανέκδοτης ευρύτερης έρευνας για τα πηλιορείτικα παλιόκαστρα.


