Μοναδικό Μεσαιωνικό Μνημείο ο Πύργος του Αγίου Λαυρεντίου

Ένα μοναδικό μνημείο της φρουριακής αρχιτεκτονικής στη Μαγνησία, που η κατασκευή του ανάγεται στην εποχή του Μεσαίωνα, περιμένει την αξιοποίησή του από τους τοπικούς φορείς. Ο λόγος για τον πύργο του Αγίου Λαυρέντιου, ένα από τα ελάχιστα μεσαιωνικά κτίσματα αυτής της μορφής που βρίσκονται ακόμη όρθια σε ολόκληρη τη χώρα.
Ο πύργος, ο οποίος στέκει εμβληματικός στο δρόμο προς τον Άγιο Λαυρέντιο (ακριβώς δίπλα από το εκκλησάκι του Άγιου Νικόλαου), αν και δεν έχει εξακριβωθεί με ακρίβεια πότε κατασκευάστηκε, εικάζεται πως ανεγέρθηκε πριν από έξι έως οκτώ αιώνες περίπου. Παρατηρούνται αποκλίσεις στη χρονολόγηση κατασκευής του πύργου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε το 2006 ο συντοπίτης δικηγόρος κ. Απόστολος Παπαθανασίου στο βιβλίο του με τίτλο «Το χρονικό του Άγιου Λαυρέντιου, 14ος-19ος αιώνας», ορισμένοι αρχαιολόγοι τοποθετούν την κατασκευή του στη διάρκεια της παρουσίας των Καταλανών στη χώρα μας (1311-1423) ή την περίοδο της ενετοκρατίας στην περιοχή των Λεχωνίων (1403-1470). Ωστόσο, άλλη μερίδα ερευνητών υποστηρίζει πως ο πύργος στον Άγιο Λαυρέντιο ανεγέρθηκε πολύ μετά την κατάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και πιο συγκεκριμένα το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα.


Ανεξάρτητα, όμως, από τη διχογνωμία που υπάρχει, ο πύργος δεν παύει να αποτελεί μοναδικό μεσαιωνικό μνημείο στην ευρύτερη περιοχή του Πηλίου. Πριν από ένα χρόνο έγιναν έργα υποστύλωσης του κτίσματος, αλλά και καθαρισμός του περιβάλλοντα χώρου. Η παρέμβαση στον πύργο έγινε από την 7η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων με έδρα τη Λάρισα και μέχρι και τον περασμένο Οκτώβριο είχε υπό την αρμοδιότητά της το μνημείο (μετά την εφαρμογή του νέου οργανογράμματος από το υπουργείο Πολιτισμού, το τελευταίο οκτάμηνο αρμόδια είναι η Εφορεία Αρχαιοτήτων Μαγνησίας).

Η κ. Σταυρούλα Σδρόγια, η οποία ήταν έφορος Βυζαντινών και είχε υπό την επίβλεψή της τα έργα υποστύλωσης του πύργου, μιλώντας στη «Θ» εξήρε τη σπουδαιότητα του μνημείου: «Στο Πήλιο και γενικότερα στη Θεσσαλία δεν σώζεται πύργος της συγκεκριμένης εποχής, αφού παρόμοια μνημεία είναι μεταβυζαντινά. Κατά προσέγγιση τοποθετείται στον 14ο αιώνα, δηλαδή την περίοδο που καλύπτει τα υστεροβυζαντινά χρόνια. Πρόκειται για μία κατασκευή εξαιρετικής σημασίας και αναμφίβολα κατατάσσεται στα μνημεία που πρέπει να προσεχθούν και να αναδειχθούν. Πέρυσι τέτοιο καιρό περίπου, προχωρήσαμε σε εκτεταμένες παρεμβάσεις στον πύργο, γιατί κινδύνευε με κατάρρευση. Ωστόσο, με τις υποστυλώσεις που έγιναν, διασφαλίστηκε η στατική επάρκεια του κτίσματος».
Όσο για το μέλλον του μνημείου, αλλά και τις προοπτικές που υπάρχουν για την αξιοποίηση του πύργου του Αγίου Λαυρέντιου, η κ. Σδρόγια, η οποία πλέον κατέχει τη θέση της προϊσταμένης στο Τμήμα Βυζαντινών Μνημείων της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λάρισας, επισήμανε πως προέχει η ένταξη του έργου σε μελέτη. «Τα πρώτα στοιχεία υπάρχουν κι εάν συνταχθεί μελέτη, τότε θα ανοίξει ο δρόμος για την εξασφάλιση χρηματοδότησης, είτε από το υπουργείο Πολιτισμού, είτε μέσω κάποιου ευρωπαϊκού προγράμματος».

Την ανάδειξη του μνημείου ζητούν οι ντόπιοι. Για ανεκμετάλλευτο θησαυρό κάνουν λόγο τοπικοί φορείς, που ζητούν να υπάρξει μέριμνα για την ανάδειξη και αξιοποίηση του πύργου. «Έχουμε μία μοναδική ευκαιρία μπροστά μας και η αναστήλωση του πύργου του Αγίου Λαυρέντιου πρέπει να απασχολήσει έντονα τους αρμόδιους» τόνισε στη «Θ» ο Γιάννης Ζαρίφης, σύμβουλος στην τοπική κοινότητα του Άγιου Λαυρέντιου. «Πρόκειται για ένα μνημείο, το οποίο εάν συντηρηθεί και καταστεί επισκέψιμο, αφενός μεν θα τονώσει το τουριστικό ρεύμα, αφετέρου δε θα δώσει την ευκαιρία σε αρκετό κόσμο να μάθει άγνωστες πτυχές της τοπικής Ιστορίας» υπογράμμισε ο Γ. Ζαρίφης, που συμπλήρωσε: «Είναι ένας ανεκμετάλλευτος θησαυρός και παραμένει πάγιο αίτημα φορέων και κατοίκων της ευρύτερης περιοχής, να δοθεί το ενδιαφέρον που αρμόζει σ’ αυτό το μοναδικό αξιοθέατο, που όμοιό του δεν υπάρχει πουθενά, όχι μόνο στο Πήλιο, αλλά και στον ευρύτερο θεσσαλικό χώρο. Βυζαντινά μνημεία υπάρχουν ελάχιστα στη Μαγνησία, ενώ σε συζητήσεις που είχαμε με την Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, το κόστος για την ολοκλήρωση των αναστηλωτικών εργασιών δεν είναι απαγορευτικό».