Αρχοντικό Κώττου, 1836

Αρχοντικό του προύχοντα από τη Μολδοβλαχία και μέλος οργάνωσης των επαναστατικών αγώνων, Αγγελή Κώττου. Περιήλθε στον υιό του Ιωάννη με προικοσύμφωνο του 1825 κατά τον γάμο του με την Ελένη Τασσαίου, αδερφή του ιατρού, γερουσιαστή και επαναστάτη Ιωάννη Τασσαίου. Από τον γάμο γεννήθηκε η Μαρία που πήρε το επώνυμό του Σμυρνιώτη συζύγου της Κωνσταντίνου Αλεξιάδη. Ο Κωστής Αλεξιάδης ήταν πρώτος ξάδερφος της Τενεκίδη, γιαγιάς του ποιητή Γιώργου Σεφέρη και της Ιωάννας Τσάτσου και ήρθε στον Βόλο γύρω στο 1848, όπου και άνοιξε σαπωνοποιείο μαζί με τον αδερφό του. Κατά την επίσκεψή του στον Άγιο Λαυρέντιο για την αγορά λαδιών, γνώρισε τη Μαρία, με την οποία απέκτησαν δύο κόρες, την Ελένη (ποιήτρια, σύζυγο Δημητρίου Κουτσοβογιατζή), την Αθηνά (Μινέρβα) και πιθανότατα έναν γιό, τον Λαυρέντη (Αλεξιάδης Λαυρέντιος του Κωνσταντίνου, γεννηθείς το 1857 στον Άγιο Λαυρέντιο – Μητρώο Αρρένων 1845-1945 της Κοινότητας). Η Αθηνά παντρεύτηκε τον Ευβοϊτη έμπορο απόγονο επαναστατών Δημήτριο Πανταζή Στριμμένο (από το Ξηροχώρι – Ιστιαία, προπάππους του ήταν ο Κωνσταντίνος Ιωάννου Στριμμένος, αγωνιστής του 1821) και γιός τους ήταν ο γνωστός γιατρός του Βόλου Κώστας Στριμμένος, ο οποίος γεννήθηκε και μεγάλωσε στο σπίτι αυτό. Πιθανότατα από εκεί το σπίτι πήρε τον τίτλο “Αρχοντικό Κωστή”, μη επιβεβαιωμένα, καθώς το όνομα Κωστής μπορεί να αναφέρεται και στον Κωστή Αλεξιάδη. Τον Ιούλιο του 1920, το σπίτι περιήλθε στην οικογένεια Μάνθου (Ιωάννη και Αναστάσιο). Τη δεκαετία του 1970 αγοράστηκε από την οικογένεια Σίνη και έπειτα από την οικογένεια Παυλίδη. Αναγνωρίστηκε ως νεότερο μνημείο και συντηρήθηκε εστιάζοντας στη διατήρηση της παραδοσιακότητας από την οικογένεια Σίνη και ιδιαίτερα από την αρχιτέκτονα Δήμητρα Σίνη. Πρόκειται για ένα πολύ εντυπωσιακό τριώροφο κτίριο, που κυριαρχεί στο τοπίο. Στη νότια γωνία της δυτικής όψης φέρει λιθανάγλυφο με τη χρονολογία 1836, οπότε σκεπτόμενοι το προικοσύμφωνο του 1825, είναι πιθανό να προϋπήρχε σπίτι στην ίδια τοποθεσία ή να χρειάστηκε αρκετά χρόνια για να χτιστεί. Το νότιο τμήμα του τελευταίου ορόφου είναι κατασκευασμένο από ξυλοκατασκευή που προεξέχει ελαφρά από τον πέτρινο πυρήνα του κτιρίου και εντυπωσιάζει με το κυκλικό σαχνισί, με τα τρία τοξωτά μεγάλα παράθυρα και τα καμπύλα κυμάτια στα φουρούσια και στο γείσο της στέγης. Εσωτερικά, εντυπωσιάζουν οι περίτεχνες οροφές και η όλη οργάνωση του σπιτιού. Δεξιά της κεντρικής εισόδου του κτιρίου, ένθετη επιγραφή αναφέρει “ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΕΝ ΤΕΡΓΕΣΤΕΙ 1831”, οπότε το σπίτι ασφαλίστηκε την πρώτη χρονιά λειτουργίας της Generali, πιθανότατα επειδή η κατασκευή του χρηματοδοτήθηκε με δάνειο.
Μελέτη: Μιχάλης Παυλίδης Πηγές: Μίνα Μαυρέλη (δικηγόρος, μελέτη σε συμβόλαια και στο υποθηκοφυλακείο), Κώστας Στριμμένος (πρωτότυπα αρχεία οικογένειας), Γιώργος Θωμάς (λαογράφος), Σωκράτης Βαμβάκος (λαογράφος), Πάτρα Θεολογίδου (αρχιτέκτονας)